ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΗΣ ΛΟΥΙΖΑΣ ΚΑΚΙΣΗ
Το Σάββατο 24 /11/2007 έληξε η ατομική έκθεση ζωγραφικής της Λουίζας Κακίση, με θέμα "Επικοινωνία και Μοναξιά", στην γκαλερί AΔAM.
Θέμα της έκθεσης ήταν η Επικοινωνία και η Μοναξιά, που παρουσιάζονται μέσα από καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις, κτίσματα και τοπία. Σε μια ποικιλία από εικόνες διαφορετικές μεταξύ τους, που εκφράζουν την ίδια βασανιστική κεντρική ιδέα: Της μοναξιάς των σημερινών ανθρώπων και της προσπάθειας για επικοινωνία μεταξύ τους, με το περιβάλλον και με τη φύση, που τη βλέπουν μέσα από παράθυρα σπιτιών και λεωφορείων και σε τοπία, στα οποία αντανακλάται η μοναξιά. Σύμβολα, όπως καρέκλες και τραπέζια καφενείων, παράθυρα και πόρτες, κτίρια, νυχτερινά φώτα, το εσωτερικό φως και το σκοτάδι, άνθρωποι μόνοι και σε παρέες, επαναλαμβάνονται με διάφορους τρόπους. Στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παραστατικότητα και την αφαίρεση, σε μια ποιητική, ονειρική και μυστικιστική ατμόσφαιρα ανθρωπιάς, θερμής συμμετοχής και συγκίνησης.
Στα εγκαίνια της έκθεσης, που έγιναν την Πέμπτη, 1η Νοεμβρίου, παραβρέθηκαν πολλοί φιλότεχνοι, συλλέκτες, καλλιτέχνες και τεχνοκριτικοί.
«Μου άρεσε πολύ η δουλειά σας»...
«Μου άρεσε η μελαγχολία που αποτυπώνεται στα ζωηρά χρώματα και η μοναξιά στα πρόσωπα. Ξέρω πως ακούγεται παράξενο “μελαγχολία στο ζωηρό χρώμα” αλλά εγώ έτσι το εισέπραξα. Μου άρεσαν πολύ τα τοπία. Σαν μικρά ποιήματα, μου φάνηκαν. Το “φανταστικό τοπίο” καταπληκτικό. Πιο πολύ από όλα τα ανθρώπινα τοπία, μου άρεσε το κορίτσι με τα κόκκινα...σαν να ταξιδεύει ακίνητη... Μου άρεσε πολύ η δουλειά σας»
Άννα Παναγιωταρέα, 24/11/2007
«Γνησιότητα και αμεσότητα» ...
«Γνησιότητα και αμεσότητα ως προς την επεξεργασία (την ακριβή επεξεργασία ) του θέματος που με την ίδια κίνηση επαναθέτει και προωθεί το ζήτημα της αναπαραστατικότητας όπως τίθεται και πάλι (και πάντα) σήμερα»
Αλεξάνδρα Μουρίκη, θεωρητικός της Τέχνης, Λέκτορας Αισθητικής Πανεπιστημίου Πάτρας, 23/11/2007.
«Πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση!» ...
«Πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση!»
Εύα Μελά, Ζωγράφος, Πρόεδρος του ΕΕΤΕ, 16/11/2007.
«Πολύ ωραία έργα, ιδιαίτερα τα τοπία»...
«Πολύ ωραία έργα, ιδιαίτερα τα τοπία. Το μεγάλο, το περίπτερο με το λαμπερό, εκτυφλωτικό φως , είναι εκείνο που κρατά πιο πολύ την έκθεση»
Παναγιώτης Τέτσης, Ζωγράφος, Ομ. Καθηγητής ΑΣΚΤ, Ακαδημαϊκός, 10/11/2007.
«..αποφασιστικότητα και ειλικρίνειά»...
«Τα έργα της ζωγράφου Λ. Κ. ανοίγουν μία χαραμάδα για να φωτισθεί, όσο πιο αθόρυβα, η δική της αισθαντική, λιτή, στάση δημιουργικότητας και ο βαθύτερος ψυχικός κόσμος της, στοιχεία με τα οποία συνθέτονται τα νοήματα της εικαστικής της αλήθειας. Στην θεματική της επιλογή, συλλαμβάνει την συλλειτουργία του πραγματικού και του μη πραγματικού, ανάμεσα δηλαδή στο περαστικό και το αναλλοίωτο της Τέχνης, ισορροπώντας τα συνθετικά στοιχεία με τρόπους έκφρασης τέτοιους , ώστε κάνουν το έργο κατανοητό, ενώ το θέμα παραμένει μέχρι τέλους στάδιο της γενικότερης σύνθεσης. Η επανάληψή του είναι εικαστικό εύρημα για να τονισθεί ο εσωτερικός λόγος της επιλογής, υποδηλώνοντας με τα πολλά έργα όχι μόνο την ευχέρειά της αλλά και το κύριο στοιχείο, δηλαδή τον ρόλο που παίζουν τα έργα ως ενότητες, στη μεταφορά του πραγματικού χρόνου σε εικαστικό χρόνο.
Επεξηγώντας αυτή την παρατήρησή μου, σημειώνω ότι οι πρωταγωνιστές μέσα στην διάχυτη ατμόσφαιρα των χρωμάτων εμφανίζονται ως χαρακτηριστικές φιγούρες –θαμώνες , ίδιοι άνθρωποι την ίδια ώρα στην ίδια θέση, κάτι σαν κληρονόμοι, οι οποίοι συνυπάρχοντας συνθέτουν την ζεστή εσωτερική ομορφιά των χώρων και των σχέσεων ζωής. Μετά, όπως ακριβώς συμβαίνει, εμφανίζονται άλλοι και άλλοι και άλλοι και ούτω καθεξής. Έτσι παρατηρούμε και στα έργα της, το ένα δίπλα στο άλλο, να κρατούν διαδοχικά τον χρόνο. Τέλος θα έλεγα ότι όλη η προσπάθεια της Λ. Κ. διακρίνεται για τον ρεαλισμό, όχι μόνο σαν εικαστική έκφραση αλλά και για την αποφασιστικότητα και ειλικρίνειά της»
Σταμάτης Μεταξάς, Ζωγράφος, Ομ. Καθηγητής ΑΣΚΤ, 1/11/2007.
«..συνέπεια, ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια»...
«H δουλειά της Λ.Κ. σε παρασύρει σένα εικαστικό – επικοινωνιακό περίπατο στην βαθύτερη δημιουργική αναζήτηση μορφών και χρωμάτων αφενός, και αφετέρου στις ανθρώπινες σχέσεις της καθημερινότητας, προσπαθώντας να τις γεφυρώσει με την δική της συναισθηματική ευαισθησία και αγάπη για τον άνθρωπο. Η δουλειά της είναι ένας καθρέπτης του εαυτού της, που δεν είναι άλλος από της συνέπειας, της ειλικρίνειας και αξιοπρέπειας. Η δουλειά της σε αγγίζει, γιατί είναι και θα είναι διαχρονική!!»
Μαίρη Καμπουροπούλου, Λέκτορας Παν/μίου Αιγαίου, Πρόεδρος Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ροδίων, 1/11/2007.
«Με εκφραστικά μέσα ενός ρεαλισμού αδέσμευτου»...
«Με εκφραστικά μέσα ενός ρεαλισμού αδέσμευτου, η ζωγράφος υποβάλλει μιαν αποκάλυψη σχέσεων, διαλόγων, αφήγησης... Και η καθημερινότητα μετουσιώνεται στην ιδιαιτερότητα της προσωπικής ζωής»
Ντιάνα Αντωνακάτου, Ζωγράφος, κριτικός της Τέχνης, 1/11/2007.
«αυθεντική και απόλυτα προσωπική δουλειά»...
«Μας μιλούν όσο γίνεται πιο ζωντανά, μας υποβάλλουν, μας διεγείρουν τον ψυχισμό και τη φαντασία οι ζωγραφικές συνθέσεις της Λ. Κ. Συνθέσεις βγαλμένες από την ψυχή και τα πλούσια σε ευαισθησία βιώματά της και δημιουργημένες με αυθεντικό μεράκι, ταλέντο αλλά και πάθος. Τοπία, σκηνές σε εσωτερικούς χώρους, “ανθρώπινες” απλές στιγμές και καταστάσεις μας φορτίζουν μέσ’από τον παλμικό χρωστήρα της, τον ρυθμό του ίχνους, την παλμικότητα του χρώματος. Σεμνά, ανεξάντλητα χαρισματικά, υποβλητικά στο άπειρο, τα έργα της μας συγκινούν, μας μορφώνουν οπτικά αλλά και ψυχικά. Υπάρχει μια ζωντάνια, ένα “δόσιμο”, μια αισθητική αλλά και ψυχολογική προσέγγιση, που αξιοποιείται στο έπακρον μέσ’από το χρώμα και την ικανότητα σύνθεσης της άξιας δημιουργού. Κυρίως όμως βλέπουμε και αισθανόμαστε ένα ειλικρινές δόσιμο, μιαν αυθεντική και απόλυτα προσωπική δουλειά. Μπράβο Λουίζα».
Ντόρα Ηλιοπούλου-Ρογκάν, Ιστορικός και κριτικός της Τέχνης, Πρόλογος έκθεσης, Νοέμβριος 2007.
«Με ζωγραφικό μένος και πάθος»...
«Η Λ. είναι φίλη μου. Πράγμα που σημαίνει ότι έχω κάποια δυσκολία να εκφραστώ για το έργο της. Τόσο αισθάνομαι να συμμετέχω, από τότε που ήρθα σ’ επαφή με τη ζωγραφική της, στις αισθητικές της αναζητήσεις, τις αγωνίες, τους προβληματισμούς ή αμφισβητήσεις , στο πάθος για χρώμα και έκφραση που την διακατέχει, στην ατμόσφαιρα “ανθρωπιάς και στοργής για τα ανθρώπινα πλάσματα που σφραγίζουν τα έργα της” - όπως σωστά παρατηρούσε το 1983 ο Αντώνης Σαμαράκης. Η συγκίνηση, επίσης, -μεταδοτική- που φανερά συνδέει την ζωγράφο τόσο με τα θέματα όσο και με την ύλη των πινάκων της, προσθέτει στη δυσκολία μιας νηφάλιας, “εξ αποστάσεως“, αντιμετώπισης. ΄Ισως όμως νά ‘ναι μέσα στην ίδια τη φύση της ζωγραφικής αυτής να περιτυλίγει τον θεατή σαν καλοκαιρινή νυχτα, σ’ ένα χώρο σχεδόν μυστικιστικό. Επι πλέον, η ζωγραφική της Λ. δεν είναι μία. Η τέχνη της είναι όπως ο ίδιος ο άνθρωπος, πολλαπλή, πολυσύνθετη, αινιγματική. Δεν στέκεται σε ένα ιδιαίτερο –κεκτημένο- ιδίωμα, μια τεχνοτροπία , ένα άχυμο ύφος. Η δημιουργική φαντασία της, αν παίρνει πάντα αφορμή και βάση την ‘αντικειμενική’ πραγματικότητα -ανθρώπους, σπίτια, καφενεία, δέντρα, πλατείες· κι αν προσπαθεί να μην απομακρύνεται από την ‘περιγραφική’, αναπαραστατική της καθημερινής ζωής πλευρά της εικαστικής πράξης, επανερχόμενη ξανά και ξανά στο αρχικό σκαρίφημα για να πλουτίσει με περισσότερο ‘νόημα’ και λεπτομέρειες το θέμα της· δύσκολα αντιστέκεται στην πηγαία, βίαια τάση απαλλαγής από συμβάσεις και κανόνες αισθητικού ή ιδεολογικού χαρακτήρα, προκειμένου να εκφράσει επίσης, κυρίως, την εσωτερική, σε συνεχή εξέλιξη, προσωπική της φύση. Τους ρυθμούς και παλμούς, τις πολυειδείς μουσικές που κατοικούν μέσα της και που διοχετεύονται στα κάθε λογής θέματα. Βασικά εξπρεσιονιστικού χαρακτήρα, η ζωγραφική της βρίσκει νομίζω την καλύτερή της έκφραση στις πιο ενστικτώδεις, τις πιο αφαιρετικές – ή μάλλον ‘περιεκτικές’ της μορφές. Όταν τα χρώματα απλώνονται με διαφάνεια και κινητικότητα ακουαρέλλας στην επιφάνεια του πίνακα ή πάλι με αδρές, πλατειές, μελωδικές πινελιές· υποδηλώνοντας πιο πολύ παρά σχεδιάζοντας· πλάθοντας και αναδεικνύοντας τις φόρμες, χτίζοντας ανορθόδοξα αλλά σοφά τον εικαστικό χώρο· φωτίζοντας εκ των ένδον φιγούρες και τοπία και εισχωρώντας βαθύτατα στην υπαρξιακή τραγικότητα των μοντέλων – και του κόσμου τους. Το δικό της κόσμο: διότι η αναζήτηση ιδιαίτερης εκφραστικής γλώσσας, νέων συνθέσεων και παραστάσεων, δεν είναι άλλο παρά η εξωτερίκευση, η απελευθέρωση συσσωρευμένων ψυχικών παρορμήσεων και συγκινησιακών εμπειριών: το έργο εκτινάσσει στην επιφάνεια του πίνακα ένα ολόκληρο, λαμπερό ή ερεβώδες σύμπαν αισθήσεων και φαντασιώσεων -όνειρα, αναμνήσεις, εντυπώσεις, περιπέτειες, ακόμα κι αφές – ενός ατόμου που ζει και συμμετέχει σ’ ένα συλλογικό, κοινωνικό γίγνεσθαι, αγωνιζόμενο με τον δικό του τρόπο ενάντια στη σιωπή. Με ζωγραφικό μένος και πάθος» .
Βάσια Καρκαγιάννη– Καραμπελιά, Ιστορικός και κριτικός της Τέχνης, Πρόλογος έκθεσης, Νοέμβριος 2007.

