ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
H Λουίζα Κακίση γεννήθηκε στο Παρίσι και μεγάλωσε στον Πειραιά, όπου μαθήτρια γυμνασίου ακόμα παρουσίασε το 1966 την πρώτη της ατομική έκθεση και από το 1969-1972 πήρε μαθήματα ζωγραφικής.
Σπούδασε στο Παρίσι , όπου πήρε Δίπλωμα Ζωγραφικής της Ανωτάτης Εθνικής Σχολής Καλών Τεχνών (Beaux Arts), Δίπλωμα Licence Εικαστικών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Paris VIII, Δίπλωμα Maitrise με ειδίκευση στην Αισθητική, μεταπτυχιακό Δίπλωμα D.E.A. και διδακτορικό Δίπλωμα Doctorat στη Φιλοσοφία της Τέχνης του Πανεπιστημίου Σορβόννης Paris I. Επίσης έχει κάνει σπουδές Γλυπτικής και Κεραμικής στη Beaux Arts και Σχεδίου και Σκίτσου στην Εcole National de Montparnasse.
Είναι Καθηγήτρια Αισθητικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αξιόλογο διδακτικό, ερευνητικό και συγγραφικό έργο. Επίσης διδάσκει στο «Λαϊκό Πανεπιστήμιο» της Εταιρείας Φίλων του Λαού.
Έχει κάνει 12 ατομικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και το Παρίσι. Επίσης έχει λάβει μέρος σε δεκάδες ομαδικές και Διεθνείς , στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Παρίσι, Μόσχα, Ρώμη, Μόντε Κάρλο, Μονακό, Λευκωσία, Τεσκάνη και Μπακάου Ρουμανίας κ.ά.). Σε πολλά Γαλλικά «Salons»: Salon des Artistes Francais, Salon Comparaisons, Salon de Société Nationale des Beaux Arts, Maison des Beaux Arts, εκθέσεις του ΕΕΤΕ, Πανελλήνιες κ.ά.
Το έργο της έχει τιμηθεί με τιμητικές Διακρίσεις, στο Παρίσι (Mention Honorable από την Εταιρεία των Γάλλων Καλλιτεχνών), Ρώμη και Αθήνα.
Έργα της βρίσκονται σε δημόσιες και ιδιωτικές Συλλογές και Μουσεία Τέχνης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αναφορές στο έργο της έχουν γίνει στην ελληνική και ξένη βιβλιογραφία καθώς και στον Τύπο, ραδιόφωνο και τηλεόραση, όπου έχει δώσει συνεντεύξεις.
Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, της Εταιρείας Γάλλων Εικαστικών Καλλιτεχνών (Fondation Taylor), του Διεθνούς Οργανισμού για την Εκπαίδευση μέσω της Τέχνης (INSEA), της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος, της Ένωσης Ελληνίδων Επιστημόνων κ.ά.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Από τις κριτικές που έχουν γραφεί για το έργο της :
«Μας μιλούν όσο γίνεται πιο ζωντανά, μας υποβάλλουν, μας διεγείρουν τον ψυχισμό και τη φαντασία οι ζωγραφικές συνθέσεις της Λ. Κ. Συνθέσεις βγαλμένες από την ψυχή και τα πλούσια σε ευαισθησία βιώματά της και δημιουργημένες με αυθεντικό μεράκι, ταλέντο αλλά και πάθος. Τοπία, σκηνές σε εσωτερικούς χώρους, “ανθρώπινες” απλές στιγμές και καταστάσεις μας φορτίζουν μέσ’από τον παλμικό χρωστήρα της, τον ρυθμό του ίχνους, την παλμικότητα του χρώματος. Σεμνά, ανεξάντλητα χαρισματικά, υποβλητικά στο άπειρο, τα έργα της μας συγκινούν, μας μορφώνουν οπτικά αλλά και ψυχικά. Υπάρχει μια ζωντάνια, ένα “δόσιμο”, μια αισθητική αλλά και ψυχολογική προσέγγιση, που αξιοποιείται στο έπακρον μέσ’από το χρώμα και την ικανότητα σύνθεσης της άξιας δημιουργού. Κυρίως όμως βλέπουμε και αισθανόμαστε ένα ειλικρινές δόσιμο, μιαν αυθεντική και απόλυτα προσωπική δουλειά. Μπράβο Λουίζα».
Ντόρα Ηλιοπούλου-Ρογκάν, Ιστορικός και κριτικός της Τέχνης, Πρόλογος έκθεσης, Νοέμβριος 2007.
«Η Λ. είναι φίλη μου. Πράγμα που σημαίνει ότι έχω κάποια δυσκολία να εκφραστώ για το έργο της. Τόσο αισθάνομαι να συμμετέχω, από τότε που ήρθα σ’ επαφή με τη ζωγραφική της, στις αισθητικές της αναζητήσεις, τις αγωνίες, τους προβληματισμούς ή αμφισβητήσεις , στο πάθος για χρώμα και έκφραση που την διακατέχει, στην ατμόσφαιρα “ανθρωπιάς και στοργής για τα ανθρώπινα πλάσματα που σφραγίζουν τα έργα της” - όπως σωστά παρατηρούσε το 1983 ο Αντώνης Σαμαράκης. Η συγκίνηση, επίσης, -μεταδοτική- που φανερά συνδέει την ζωγράφο τόσο με τα θέματα όσο και με την ύλη των πινάκων της, προσθέτει στη δυσκολία μιας νηφάλιας, “εξ αποστάσεως“, αντιμετώπισης. ΄Ισως όμως νά ‘ναι μέσα στην ίδια τη φύση της ζωγραφικής αυτής να περιτυλίγει τον θεατή σαν καλοκαιρινή νυχτα, σ’ ένα χώρο σχεδόν μυστικιστικό. Επι πλέον, η ζωγραφική της Λ. δεν είναι μία. Η τέχνη της είναι όπως ο ίδιος ο άνθρωπος, πολλαπλή, πολυσύνθετη, αινιγματική. Δεν στέκεται σε ένα ιδιαίτερο –κεκτημένο- ιδίωμα, μια τεχνοτροπία , ένα άχυμο ύφος. Η δημιουργική φαντασία της, αν παίρνει πάντα αφορμή και βάση την ‘αντικειμενική’ πραγματικότητα -ανθρώπους, σπίτια, καφενεία, δέντρα, πλατείες· κι αν προσπαθεί να μην απομακρύνεται από την ‘περιγραφική’, αναπαραστατική της καθημερινής ζωής πλευρά της εικαστικής πράξης, επανερχόμενη ξανά και ξανά στο αρχικό σκαρίφημα για να πλουτίσει με περισσότερο ‘νόημα’ και λεπτομέρειες το θέμα της· δύσκολα αντιστέκεται στην πηγαία, βίαια τάση απαλλαγής από συμβάσεις και κανόνες αισθητικού ή ιδεολογικού χαρακτήρα, προκειμένου να εκφράσει επίσης, κυρίως, την εσωτερική, σε συνεχή εξέλιξη, προσωπική της φύση. Τους ρυθμούς και παλμούς, τις πολυειδείς μουσικές που κατοικούν μέσα της και που διοχετεύονται στα κάθε λογής θέματα. Βασικά εξπρεσιονιστικού χαρακτήρα, η ζωγραφική της βρίσκει νομίζω την καλύτερή της έκφραση στις πιο ενστικτώδεις, τις πιο αφαιρετικές – ή μάλλον ‘περιεκτικές’ της μορφές. Όταν τα χρώματα απλώνονται με διαφάνεια και κινητικότητα ακουαρέλλας στην επιφάνεια του πίνακα ή πάλι με αδρές, πλατειές, μελωδικές πινελιές· υποδηλώνοντας πιο πολύ παρά σχεδιάζοντας· πλάθοντας και αναδεικνύοντας τις φόρμες, χτίζοντας ανορθόδοξα αλλά σοφά τον εικαστικό χώρο· φωτίζοντας εκ των ένδον φιγούρες και τοπία και εισχωρώντας βαθύτατα στην υπαρξιακή τραγικότητα των μοντέλων – και του κόσμου τους. Το δικό της κόσμο: διότι η αναζήτηση ιδιαίτερης εκφραστικής γλώσσας, νέων συνθέσεων και παραστάσεων, δεν είναι άλλο παρά η εξωτερίκευση, η απελευθέρωση συσσωρευμένων ψυχικών παρορμήσεων και συγκινησιακών εμπειριών: το έργο εκτινάσσει στην επιφάνεια του πίνακα ένα ολόκληρο, λαμπερό ή ερεβώδες σύμπαν αισθήσεων και φαντασιώσεων -όνειρα, αναμνήσεις, εντυπώσεις, περιπέτειες, ακόμα κι αφές – ενός ατόμου που ζει και συμμετέχει σ’ ένα συλλογικό, κοινωνικό γίγνεσθαι, αγωνιζόμενο με τον δικό του τρόπο ενάντια στη σιωπή. Με ζωγραφικό μένος και πάθος» .
Βάσια Καρκαγιάννη– Καραμπελιά, Ιστορικός και κριτικός της Τέχνης, Πρόλογος έκθεσης, Νοέμβριος 2007.
«Η αλήθεια και η πρωτοτυπία, που είναι από τα σπουδαιότερα στοιχεία ενός έργου Τέχνης, υπάρχουν στα έργα της. ... Αποδίδει την ουσία των πραγμάτων χωρίς περιττά στολίδια, με απλότητα, ευαισθησία, γνώση αλλά και δύναμη. Τα έργα της παρουσιάζονται λιτά και απέριττα. Η σύνθεση-δομή τους είναι γερή και οι συνδυασμοί των χρωμάτων της μας κάνουν να ονειρευόμαστε. Στη θεματολογία και στο περιεχόμενο των έργων της περιλαμβάνονται η σχέση ζωής και θανάτου..., η μοναξιά αλλά και οι ανθρώπινες σχέσεις».
Θόδωρος Παπαγιάννης, Γλύπτης, Καθηγητής της ΑΣΚΤ, 11/6/2004.
«Τη δουλειά της χαρακτηρίζουν η εξπρεσιονιστική χρήση του χρώματος και ο σκηνογραφικός- θεατρικός χώρος. Στα τελευταία έργα της ο χώρος γίνεται περισσότερο προβληματικός, με αντιθέσεις φωτεινών και σκοτεινών επιφανειών, με χρώματα που υποβάλλουν μια φορτισμένη συναισθηματική ατμόσφαιρα».
Γιάννης Μπόλης, Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Μέλισσα, 1998
«Συνέλαβε τη βαθύτερη αποστολή της ζωγραφικής δημιουργίας. Βρήκε τη δύσκολη, την κρυμμένη είσοδο στο ιερό άλσος της τέχνης. Επομένως γνωρίζει πως ο ανώτατος και έσχατος λόγος της πλαστικής τέχνης είναι η συνεχής διερεύνηση των άμετρων εκτάσεων της ανθρώπινης ψυχής. Του συσσωρευμένου συναισθηματικού μας φόρτου με τις υπνώττουσες μνήμες, που επικάθονται στρωματικά απ’τα απόμακρα χρόνια της προϊστορίας του ανθρώπου. Κι απ’αυτή τη βαθιά γνώση ξεκινά η ζωγραφική της Κ. Ερευνά, πασχίζει ν’ανοίξει προσβάσεις στη συναισθηματική ερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης.... Θέμα – γραφή - ύφος της ζωγραφικής της συγκλίνουν να μορφοποιήσουν, άλλοτε τον εκτεταμένο εικαστικό χώρο (πίνακες μεγάλων διαστάσεων) άλλοτε τη χρωματική μελωδικότητα (πολύχρωμη σύνθεση) κι άλλοτε τη νοητική κυβιστική δομή των αντικειμένων (μεμονωμένα σπίτια). Τούτα τα μοναχικά κτίσματα, τοποθετημένα σ’ένα σιωπηλό, σ’ένα ημιφωτισμένο χώρο, είναι σαν κάτι ιστορικά διηγήματα . Δίνουν την εντύπωση πως χύνουν δάκρυα για ό,τι περνά και χάνεται... Τοποθετημένες οι παραστάσεις, σπίτια, άνθρωποι, συνθέσεις, σε μια σκοτεινιά, σκεπασμένα μ’ένα μαύρο σύννεφο, προκαλούν βαθιές χαράξεις στη ψυχή μας. Τα εικονιζόμενα είναι υπαρκτά. Η τοποθέτησή τους, η περιρρέουσα χρωματική ατμόσφαιρα, μετουσιωμένα, μεταπλασμένα στην υπερβατική τους αίσθηση... Μήπως η Κ. εκφράζει εικαστικά τη σύγχρονη συλλογική ψυχή; Τούτο το ζοφερό αδιέξοδο του σημερινού κόσμου, που δεν ακούει σήμαντρα από κάποια Ιεροσόλυμα, ούτε βλέπει πλεούμενα να υψώνουν ιστία για λιμένες πρωτοϊδωμένους».
Νίκος Αλεξίου, «Ριζοσπάστης», 21/11/1992.
«Έξοχη η δουλειά της Λ.Κ. Μου έδωσε βαθιά χαρά και συγκίνηση. Δεν είναι μόνο η τέχνη της –σχέδιο, χρώμα, σύνθεση- δεν είναι μόνο η ατμόσφαιρα που σε μαγεύει, είναι και η ανθρωπιά και η στοργή για τα ανθρώπινα πλάσματα που σφραγίζουν τα έργα της».
Αντώνης Σαμαράκης, Σεπτ.1983.
«Αδρές πινελιές γνήσιας ζωγραφικής, αυτής της ζωγραφικής που πιάνεται με ένα ανοιγόκλειμα του ματιού και μένει στη διάρκεια του χρόνου. Από τέτοιες καθαρές ματιές, μαρτυρίες των καιρών, έχομε όλο και πιο πολλή ανάγκη σήμερα».
Σπύρος Βασιλείου, Οκτ.1979.
ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΚΛΠ
Το έργο της έχει τιμηθεί με τιμητικές Διακρίσεις στο Παρίσι (Mention Honorable από την Εταιρεία των Γάλλων Καλλιτεχνών), Ρώμη, Αθήνα .
Έργα της βρίσκονται σε δημόσιες και ιδιωτικές Συλλογές και Μουσεία Τέχνης στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Αναφορές στο έργο της έχουν γίνει στην ελληνική και ξένη βιβλιογραφία καθώς και στον Τύπο, ραδιόφωνο και τηλεόραση, όπου έχει δώσει συνεντεύξεις.
Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος, της Εταιρείας Γάλλων Εικαστικών Καλλιτεχνών (Fondation Taylor), του Διεθνούς Οργανισμού για την Εκπαίδευση μέσω της Τέχνης (INSEA), της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος, της Ένωσης Ελληνίδων Επιστημόνων κ.ά.
Βιβλιογραφικές αναφορές
- Οι Έλληνες ζωγράφοι , Εκδ. Μέλισσα, τομ.4, σ.498-499, 1977
- Διεθνής Επετηρίδα Εικαστικών Τεχνών της UNESCO, L’Officiel des Arts, τομ.1 Γαλλία, σ. 168, 358, 1978
- Έλληνες καλλιτέχνες του εξωτερικού, σ.49, Υπ. Εξωτερικών, 1983
- Annuaire De L’Art International ed. Sermadiras, σ. 1275, Paris 1989
- Annuaire National des Beaux Arts, ed. Thibaud , Paris 1990
- Who Is who in international art, σ. 234, Λωζάννη, 1991
- Γενική Εγκυκλοπαίδεια Υδρία, Cambridge
- Ήλιος, εκδ. Τέσσερα Έψιλον, σ. 1762, 1992
- Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Εκδ. Μέλισσα, τόμ.2, σ. 67-68, 1998 κ.ά.
